Retro Stories: LAND ROVER (I)

Μετά το τέλος του Β΄ Παγκόσμιου Πολέμου, η Rover έχοντας ήδη καθιερωθεί σαν εταιρία  ποιοτικών αυτοκινήτων, έπαιρνε την απόφαση να κατασκευάσει και ένα «σκληροτράχηλο» όχημα που θα ήταν κατάλληλο για αγροτική και βιομηχανική χρήση. Βέβαια πίσω από αυτή την κίνηση, εκτός από την πραγματική ανάγκη της ύπαρξης ενός τέτοιου αυτοκινήτου, βρισκόταν η προσπάθεια του εργοστασίου να καλύψει το κενό που υπήρχε εκείνη την εποχή στην παραγωγή της, μέχρις ότου προκύψει κάποιο νέο μοντέλο.

Επιπλέον, είχε εκτιμηθεί ότι ένα τέτοιο αυτοκίνητο θα συνεισέφερε προσθετικά στην αύξηση των συνολικών εξαγωγών της Rover ώστε να δικαιούται μεγαλύτερο ποσοστό στην κατανομή διάθεσης του ( περιορισμένου τότε) χάλυβα , όπως είχε αποφασίσει η Βρετανική Κυβέρνηση μετά τον πόλεμο. Δεδομένης μάλιστα και της αυταπόδεικτης επιτυχίας του Jeep στα χρόνια του Πολέμου, δύο μηχανικοί της Rover, οι αδελφοί Maurice και Spencer Wilks απεφάσισαν να σχεδιάσουν ένα χρηστικό όχημα με κίνηση και στους τέσσερεις τροχούς, που θα ήταν βασισμένο στο Jeep, αλλά με αμάξωμα από αλουμίνιο, που σαν υλικό ήταν ευκολότερα διαθέσιμο εκείνη την εποχή. Με στόχο τον περιορισμό των εξόδων, ένας άλλος μηχανικός της εταιρίας, ο Olaf Poppe, είχε επινοήσει έναν ιδιαίτερο τρόπο κατασκευής του σασί, ενώ για πρακτικούς λόγους στο αρχικό πρωτότυπο η θέση του οδηγού βρισκόταν στο κέντρο, όπως στα τρακτέρ. Το σκεπτικό ήταν ότι θα μπορούσε να πουληθεί χωρίς μετατροπές σε οποιαδήποτε αγορά του κόσμου, άσχετα από την κυκλοφορία «δεξιοτίμονων» ή «αριστεροτίμονων» αυτοκινήτων και επιπλέον η συγκεκριμένη διάταξη θα επέτρεπε να οδηγηθεί με άδεια αγροτικού μηχανήματος.

Βέβαια η πρόταση αυτή σύντομα αναθεωρήθηκε και ύστερα από ένα εκτεταμένο πρόγραμμα δοκιμών με σαράντα οκτώ πιλοτικά αυτοκίνητα, τον Απρίλιο του 1948 στο Auto Show του Άμστερνταμ το κοινό και οι δημοσιογράφοι γνώριζαν το νέο αυτοκίνητο, που είχε ονομαστεί Land Rover.

Επίσημα οι πωλήσεις ξεκίνησαν τον Ιούλιο του 1948, για να ακολουθήσει ένας μακρύς κατάλογος αναμονής υποψήφιων αγοραστών. Βέβαια, η αρχική περίοδος της παραγωγής των Land Rover θα μπορούσε εύκολα να χαρακτηριστεί ως σύνθετη, αφού κατά διαστήματα υπήρξαν τροποποιήσεις στην κατασκευή τους με αποτέλεσμα να μην ισχύει για την συγκεκριμένη περίοδο ο όρος της «στάνταρ» έκδοσης. Επιπλέον, σε αυτή την περίοδο τα αυτοκίνητα παραδίδονταν μόνον με τα «βασικά», αφού ακόμη και τα παράθυρα στις πόρτες και η οροφή (μεταλλική  ή από καραβόπανο) αποτελούσαν προαιρετικά extra.  Με συνεχείς όμως βελτιώσεις, το Land Rover  κατάφερε να καθιερωθεί τόσο στην εσωτερική αγορά της Βρετανίας, όσο και σε αγορές του εξωτερικού, με αποτέλεσμα η αρχική πρόταση για έναν διετή κύκλο παραγωγής να ακυρωθεί, αφού οι πωλήσεις του είχαν ξεπεράσει αυτές των επιβατικών της Rover.

Αρχικά με μεταξόνιο 80 ιντσών (2,05m) είχε εφοδιαστεί με τον αξιόπιστο κινητήρα των 1.595 κ.ε. που είχε πρωτοχρησιμοποιηθεί από την Rover στο επιβατικό μοντέλο Ρ3. Η ανάγκη όμως για μεταφορά ογκωδέστερων φορτίων έφερε δύο αυξήσεις του μεταξονίου στις 88 και τις 107 ίντσες (2,25 και 2,70m αντίστοιχα) με συνεπακόλουθο την τοποθέτηση του μεγαλύτερου κινητήρα  των 1.997 κ.ε., που αργότερα ήταν διαθέσιμος και στις «κοντύτερες» εκδόσεις. Μια ακόμη αλλαγή ήρθε το 1956, όταν οι 107 ίντσες αυξήθηκαν σε 109 (2,79 m), για να προστεθεί από τον Ιούνιο του 1957 ως επιλογή και ένας πετρελαιοκινητήρας με 2.286 κ.ε.

Η προσπάθεια του εργοστασίου για την προώθηση και επιβατικών εκδόσεων στην αρχική περίοδο παραγωγής του Land Rover, που βασιζόταν στο σασί των 80 ιντσών, διακόπηκε σύντομα, αφενός λόγω του υψηλού κατασκευαστικού κόστους και αφετέρου της διαφορετικής φορολόγησης του ως επιβατικού. Στην πορεία βέβαια τα δεδομένα άλλαξαν, κυρίως μετά την κυκλοφορία των μακρύτερων εκδόσεων.

Ουσιαστικά ο σχεδιασμός του σασί ήταν της ίδιας φιλοσοφίας σε όλα τα μεταξόνια, με το σύστημα μετάδοσης της κίνησης (που διέθετε κεντρικό διαφορικό) να προσφέρει την επιλογή είτε «αργών» σχέσεων με μόνιμη τετρακίνηση, είτε «γρήγορων» αλλά με την επιλογή τετρακίνησης ή κίνησης μόνον στους πίσω τροχούς. Σε ειδική παραγγελία από τον βρετανικό στρατό, κατά την περίοδο 1957-58 ένας περιορισμένος αριθμός οχημάτων, με το κοντό σασί, είχε παραδοθεί με κίνηση μόνον στους πίσω τροχούς.  Όσον αφορά τις αναρτήσεις, δεδομένης της αποστολής του αυτοκινήτου ως σκληροτράχηλου, ήταν μεν σχεδιασμένες για να είναι αποτελεσματικές στο ρόλο τους, χωρίς όμως να έχει ληφθεί ιδιαίτερα υπόψη η άνεση των επιβατών.

Τον Απρίλιο του 1958, μετά από δέκα χρόνια απόλυτα πετυχημένης παρουσίας σε όλο τον κόσμο και περισσότερα από 200.000 Land Rover να έχουν βγει από το εργοστάσιο της Rover στο Solihull, η εταιρία απεφάσιζε να προχωρήσει σε μια σειρά βελτιώσεων και να παρουσιάσει την σειρά ΙΙ.  Μια πρόταση για την κατασκευή κάποιου μικρού λεωφορείου που θα βασιζόταν στο μακρύ σασί δεν υλοποιήθηκε ποτέ και ακυρώθηκε μετά την παρουσίαση ενός και μόνον λειτουργικού πρωτότυπου.  Ακολούθησε το 1961 η έκδοση ΙΙΑ και τον Οκτώβριο του 1971 παρουσιάστηκε η σειρά ΙΙΙ, ενώ από τον Ιούνιο του 1970 είχε ξεκινήσει η παραγωγή του πολυτελέστερου και ισχυρότερου Range Rover. Και βέβαια, 70 χρόνια από την πρώτη τους εμφάνιση, η ιστορία των Land Rover συνεχίζεται.

ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ