Retro Stories: INNOCENTI 90/120

Μπορεί το Mini του Άλεκ Ισσιγόνη να είχε προκαλέσει το 1959 επανάσταση στην κατηγορία των μικρών αυτοκινήτων, σταδιακά όμως είχε αρχίσει να παρουσιάζει και ο ανταγωνισμός τις δικές του αντίστοιχες  προτάσεις. Το Autobianchi Α112, το Fiat 127, το Audi 50, το VW Polo και το Renault 5, είχαν αποδειχθεί σοβαροί αντίπαλοι, αφού ήταν πιο ευρύχωρα, πιο σύγχρονα και καλύτερα εξοπλισμένα αυτοκίνητα.

Εκείνη την εποχή η εταιρία του Ferdinando Innocenti, που είχε γίνει γνωστή ως κατασκευάστρια των σκούτερ Lambretta, είχε συνεργαστεί με την British Leyland για την παραγωγή στην Ιταλία και τετράτροχων οχημάτων. Η αρχή είχε γίνει (κυρίως) με το A 40 Farina, για να ακολουθήσει βέβαια το «τυπικό» Mini.

 

Με τα τότε δεδομένα της αγοράς αυτοκινήτου και με το Mini να είναι στην κυκλοφορία περισσότερο από μια δεκαετία, οι Βρετανοί ήταν υποχρεωμένοι να επαναπροσδιορίσουν την τακτική τους στη συγκεκριμένη κατηγορία. Οι πρώτες συζητήσεις για το σχεδιασμό ενός νέου και μεγαλύτερου Mini είχαν ξεκινήσει το 1972, χωρίς όμως για τα επόμενα δύο χρόνια να υπάρξει κάποια εξέλιξη.

Έτσι κάπου εκεί η Innocenti, η οποία ήδη είχε περάσει στον έλεγχο της British Leyland, απεφάσισε να προχωρήσει ανεξάρτητα από την μητρική εταιρία, μέσα όμως σε συγκεκριμένα πλαίσια, αφού η κατασκευή ενός εξ ολοκλήρου νέου αυτοκινήτου ήταν έξω από κάθε σκέψη. Ανατέθηκε λοιπόν στον οίκο Bertone να «ντύσει» το υπάρχον Mini με ένα νέο αμάξωμα, διατηρώντας όμως τα περισσότερα από τα υφιστάμενα μηχανικά μέρη. Έχοντας τον κωδικό P 53 στην περίοδο της εξέλιξης του, το μοντέλο επρόκειτο να ολοκληρωθεί το 1974, παίρνοντας τις εμπορικές ονομασίες “90” και “120”, ανάλογα με τα κυβικά του κινητήρα, που ήταν 998 και 1.275 αντίστοιχα.

Η επίσημη παρουσίαση του πραγματοποιήθηκε την ίδια χρονιά στο Σαλόνι Αυτοκινήτου του Τορίνο και η παράγονταν παράλληλα με το «κλασικό» μοντέλο, που προσφερόταν για άλλα δύο χρόνια.

Στη νέα σειρά το μήκος του αυτοκινήτου είχε μεγαλώσει κατά 3 ίντσες και το φάρδος του κατά 3,5 ώστε να δημιουργηθούν μεγαλύτεροι εσωτερικοί χώροι, κάτι που όμως αναπόφευκτα αύξησε το βάρος του κατά 55 κιλά. Η ανανεωμένη εμφάνιση συμπληρωνόταν από μια τρίτη πόρτα για πρόσβαση στο πορτμπαγκάζ, ενώ το ανακλινόμενο πίσω κάθισμα έδινε τη δυνατότητα μεγαλύτερου χώρου φόρτωσης, κάτι που έλλειπε από το Mini.

Κατά τα άλλα, το ψυγείο είχε τοποθετηθεί εμπρός από των κινητήρα (αντί για την πλάγια θέση στο Mini), η μπαταρία είχε μεταφερθεί από το πορτμπαγκάζ στο χώρο του  κινητήρα και το πίσω υποπλαίσιο είχε φαρδύνει ώστε να τοποθετηθεί μεγαλύτερο ρεζερβουάρ και να δημιουργηθεί χαμηλότερη θέση για τη ρεζέρβα.

Βέβαια, όλα αυτά είχαν υλοποιηθεί με τον όρο ότι οι πωλήσεις του νέου μοντέλου θα περιοριζόταν αποκλειστικά στην αγορά της Ιταλίας, αφού το σκεπτικό των Βρετανών ήταν ότι το νέο Mini, όταν αυτό θα παρουσιαζόταν, θα έπρεπε να είναι ένα εξολοκλήρου νέο αυτοκίνητο και όχι κάποια παραλλαγή του παλιού. Το σκεπτικό αυτό ήταν κατά βάση σωστό, με τη διαφορά όμως ότι το νέο Mini (που ονομάστηκε Metro) άργησε να έρθει άλλα έξι χρόνια και μοιραία το «παιχνίδι» είχε σχεδόν χαθεί. Από την άλλη, τα σοβαρά οικονομικά προβλήματα που αντιμετώπιζε η British Leyland στα τέλη του 1974, την είχαν υποχρεώσει να αποχωρήσει από το μετοχικό κεφάλαιο των εταιριών που διατηρούσε εκτός Βρετανίας, ανάμεσα τους και από την Innocenti, η οποία κατάφερε να επιβιώσει ύστερα από την παρέμβαση του Ιταλικού κράτους.

Αναπόφευκτα, η κατάσταση αυτή είχε επηρεάσει τις πωλήσεις της σειράς “90”/”120” και σε καμιά περίπτωση δεν ήταν δυνατό να επιτευχθεί ο ιδιαίτερα φιλόδοξος στόχος που είχε τεθεί για την παραγωγή 100.000 αυτοκινήτων μέσα στο 1975. Στην αναγκαία αναζήτηση επενδυτή, με ενδιαφερόμενους την Ford και τον Alejandro De Tomaso, η Innocenti  επρόκειτο να περάσει το 1976 στην ιδιοκτησία του δεύτερου, με την BL να έχει διατηρήσει  το συμβολικό ποσοστό της τάξεως του 6%. Αυτό της είχε επιτρέψει να συνεχίσει τον αποκλεισμό της επίσημης εισαγωγής του αυτοκινήτου στη Βρετανία, με τη διαφορά όμως ότι ήταν πλέον ελεύθερες οι πωλήσεις του και σε χώρες εκτός Ιταλίας, μια από τις οποίες ήταν και η Ελλάδα.

Το 1976 πάλι στο Τορίνο, παρουσιάστηκε η έκδοση Mini De Tomaso, που αποτελούσε μια δυνατότερη έκδοση του μοντέλου, με απόδοση 71 ίππων (αντί των 65 της βασικής έκδοσης) από τον κινητήρα των 1.275 κ.ε. Διέθετε πλουσιότερο εξοπλισμό, πλαστικούς προφυλακτήρες με ενσωματωμένους προβολείς ομίχλης και φαρδύτερους τροχούς ελαφρού κράματος, που με τις μαύρες προεκτάσεις των φτερών συμπλήρωναν τον σπορ χαρακτήρα του. Ουσιαστικά επρόκειτο για τον αντικαταστάτη της σειράς “120”, ενώ το 1980 ακολούθησε η έκδοση Mille (1000), με τον κινητήρα των 998 κ.ε. απόδοσης 49 ίππων, που αντικατέστησε το “90”. Διατηρούσε τα ίδια τεχνικά χαρακτηριστικά, αλλά πλέον διέθετε  πλουσιότερο εξοπλισμό, νέα πίσω φώτα, πλαϊνή προστατευτική φάσα και πλαστικούς  προφυλακτήρες.

Κατά μια έννοια, ο κύκλος του μοντέλου επρόκειτο να ολοκληρωθεί το 1982, όταν και πάλι στο Τορίνο, τα αυτοκίνητα της Innocenti παρουσιαζόταν με την ονομασία Minitre (Mini 3). Αιτία ήταν η διακοπή της συνεργασίας με την BL και η απόφαση του De Tomaso να εφοδιάζει πλέον τα αυτοκίνητα με τους 3-κύλινδρους κινητήρες της Daihatsu.  Ο κυβισμός τους ήταν στα 993 κ.ε., τόσο σε έκδοση βενζίνης όσο και πετρελαίου με 52 και 36 ίππους αντίστοιχα, ενώ υπήρχε και η έκδοση turbo με 72 ίππους, για να ακολουθήσουν αργότεροι και οι μικρότεροι κινητήρες των 548 κ.ε. με 32 ίππους, επίσης της Daihatsu.

Όμως μετά από συνεχή μείωση των πωλήσεων, η Nuova Innocenti (όπως είχε πλέον ονομαστεί) πέρασε το 1990 στο γκρουπ της Fiat, με τα τελευταία αυτοκίνητα να πωλούνται  το 1993. Για τελευταία φορά το όνομα της Innocenti εμφανίστηκε στα ανασηματοδοτημένα Zastava 45/55, ολοκληρώνοντας (άδοξα) ένα σημαντικό κεφάλαιο στην ιστορία της αυτοκίνησης.

Κείμενο: Μιχ. Γκαβέζος

 

ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ